Μονή Αγίου Δημητρίου: η Μονή βρίσκεται νοτιοδυτικά της Παλαίρου, αριστερά του δρόμου προς το Μύτικα, σε περίβλεπτη θέση στη βραχώδη πλαγιά του όρους Σέρεκας. Η θέα από τη μονή προς τα δυτικά φτάνει μέχρι τα βουνά της Λευκάδας και το Ιόνιο πέλαγος. Βόρεια επικοινωνούσε με μονοπάτι με την Πάλαιρο (3 χιλ.) και νότια με το Μύτικα (10 χιλ. περ.).
Η παράδοση λέει πως ένα βράδυ που οι κάτοικοι φύλαγαν σκοπιά για πειρατές είδαν ένα φως, την άλλη μέρα εκεί βρήκαν την εικόνα του Αγίου Δημητρίου με το καντηλάκι αναμμένο, την οποία αργότερα τοποθέτησαν στο εκκλησάκι που έχτισαν και το οποίο εξελίχθηκε σε μονή.
Η προφορική παράδοση αναφέρει ακόμη πως το πιάτο που είναι κολλημένο στην εξωτερική πλευρά του ιερού είναι από την εποχή που κατασκευάζονταν η εκκλησία. Συγκεκριμένα αναφέρεται πως την ώρα που έτρωγαν οι μαστόροι ένας τεράστιος βράχος κύλησε από το βουνό και πέρασε πάνω από την τάβλα χωρίς να χτυπήσει κανέναν, παρέσυρε το πιάτο και κόλλησε μαζί με αυτό στον τοίχο.
Επίσης, για το σχήμα πετάλου, που υπάρχει πολύ πριν από την είσοδο του μοναστηριού, αναφέρουν πως είναι από το άλογο του Αγίου Δημητρίου. Δεν είναι εξακριβωμένο πότε ακριβώς χτίστηκε η μονή. Πιθανώς να έγινε στα τέλη του 17ου αι. ή στα μέσα του επομένου, αφού μια αγιογραφία της αναγράφει τη χρονολογία 1752, η οποία όμως είναι ζωγραφισμένη μεταγενέστερα. Μια παράδοση λέει πως χτίστηκε το 1653 από ένα αγρότη, που έγινε ο πρώτος μοναχός με το όνομα Μαρκιανός. Πάντως είναι γνωστό πως άκμασε στα πρώτα χρόνια μετά την Απελευθέρωση. Αυτό φανερώνουν τα πολλά και πλούσια αφιερώματα και πρέπει να είχε πλούσια βιβλιοθήκη, γιατί το 1838 εκδόθηκε στην Αθήνα από το Λευκαδίτη γιατρό Πέτρο Στεφανίτζη ένας μικρογράμματος χρησμολογικός κώδικας.
Ο κώδικας είχε δοθεί το 1822 στο γιατρό από τον τότε ηγούμενο της Μονής Ιάκωβο Γαζή, που επίσης ήταν από τη Λευκάδα. Στον πρόλογο της έκδοσης αυτής ο γιατρός γράφει ότι είχε περάσει από τη Μονή μετά τη Μάχη του Πέτα (1822) από όπου παρέλαβε και άλλα βιβλία, τα οποία του έδωσε ο ηγούμενος Ιάκωβος Γαζής, όμως δεν κατάφερε να τα διασώσει στη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου και στην Έξοδο που ακολούθησε (1826).
Έκτοτε ο κώδικας αγνοείται και πιθανόν να βρίσκεται στη βιβλιοθήκη της Ριζάρειου Σχολής, στην οποία ο γιατρός κληροδότησε όλη την περιουσία του το 1881. Το καθολικό της Μονής βρίσκεται στη νότια πλευρά του περιβόλου μέσα σε ευρύχωρη αυλή. Στις άλλες τρεις πλευρές έχει αρκετά κελιά που διατηρούνται σε καλή κατάσταση. Η δυτική πλευρά των κελιών είναι η παλαιότερη, αφού σύμφωνα με την εντοιχισμένη επιγραφή χτίστηκε το Φεβρουάριο του 1814. Ο ναός είναι μονόχωρος λιθόκτιστος ρυθμού βασιλικής με ημικυκλική αψίδα και δίρριχτη στέγη με κεραμίδια. Στη μέση της βόρειας πλευράς υπάρχει δίλοβο πέτρινο καμπαναριό. Έχει πολλές τοιχογραφίες καλής τεχνικής, όμως δεν σώζονται σε καλή κατάσταση.
Στην κόγχη διακρίνεται η Πλατυτέρα, κάποιες ακόμη σκηνές και μερικοί άγιοι. Στο λιθόχτιστο τέμπλο βρίσκονται η ένθρονη Θεοτόκος ανάμεσα σε τέσσερις προφήτες και δεξιά της ο Χριστός, ο Βασιλεύς των Βασιλέων, πάνω σε στολισμένο θρόνο με διάλιθο στέμμα στο κεφάλι. Δίπλα στο δεξιό παραπόρτι εικονίζεται ολόσωμος ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Στη δεύτερη σειρά του τέμπλου εικονίζονται, κάτω από τη Θεοτόκο, οι άγιοι Νικόλαος, Αθανάσιος και Σπυρίδων και κάτω από το Χριστό οι Τρείς Ιεράρχες. Στο επιστύλιο του τέμπλου εικονίζεται ο Χριστός με τους Αποστόλους, έξι αριστερά και έξι δεξιά. Από κάτω βρίσκεται η κτητορική επιγραφή (1752).


Τα ονόματα των τριών πρώτων ηγουμένων, που τα έχει διασώσει μόνο η παράδοση, είναι: ο Μαρκιανός (ο πρώτος και ιδρυτής), ο Καισάριος και ο Γαλακτίων. Επίσης, είναι γνωστά τα ονόματα των μοναχών Μηνά από την Κεχροπούλα και Δαμιανού Τσαγκάρη από το Στενό, που έλαβαν μέρος στην Επανάσταση του 1821 και ο πρώτος σκοτώθηκε το 1824 στη Μάνινα. Στα Δίπτυχα της ιεράς πρόθεσης υπάρχουν ονόματα μοναχών που ησύχαζαν στη μονή μέχρι το 1752.
Από τα πολλά κελιά της Μονής, μερικά, που είχαν ανακατασκευασθεί, είχαν ονοματιστεί ανάλογα με αυτούς που είχαν βοηθήσει να γίνουν. Για παράδειγμα, ένα το έλεγαν «Καντλιώτικο», και εκεί διέμεναν οι προσκυνητές από την Κανδήλα, όπου ήταν πάρα πολλοί. Σήμερα στο μοναστήρι ησυχάζει μια μοναχή. Η ιερά μονή ανοίγει την πύλη της σε συγκεκριμένες ώρες και μέρες για τους προσκυνητές βάσει προγράμματος.
Οι Ζαβερδιανοί κυρίως αλλά και κάτοικοι των γύρω χωριών τρέφουν μεγάλο σεβασμό και πίστη στον "Αι Δμήτρη" όπως τον λένε και στο μοναστήρι αυτό έχουν προσφέρει πολλά τάματα, τα οποία τα αντικρίζει κανείς κατά την επίσκεψή του. Επίσης πολλοί έχουν τελέσει το μυστήριο της βάπτισης των παιδιών τους εκεί, μιας και το είχαν σαν τάμα. Παλιότερα ερχόταν με τα πόδια και ξυπόλυτοι μάλιστα από τη Ζαβέρδα να ανάψουν τα κανδήλια η να τιμήσουν την μνήμη του αυτές τις μέρες. Μάλιστα πολλοί και από διάφορα χωριά διέμεναν στα κελιά του από την παραμονή της γιορτής του Αγίου. Σαν κλείσιμο του μικρού αυτού αφιερώματος για την Ιερά μονή του Αγίου Δημητρίου Παλαίρου συμπερασματικά αναφέρουμε πως οι Ζαβερδιανοί έχουν μεγάλη πίστη στον "Αι Δμήτρη".
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΟΥΤΙΒΗΣ
Πηγή: Απο το βιβλίο «Πόλεις και χωριά του Δήμου Ακτίου-Βόνιτσας» των Ευαγγέλου Κουτιβή και Γεωργίου Μπαρμπαρούση.