Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2021

Κορωνοϊός: 28 νέα κρούσματα στην Αιτωλοακαρνανία την Δευτέρα 22/3

Ο ΕΟΔΥ ανακοίνωσε σήμερα Δευτέρα (22/3) 1.707 νέα κρούσματα κορωνοϊού. Στους 681 οι διασωληνωμένοι, ενώ οι νέοι θάνατοι φτάνουν τους 69.

Κατανεμήθηκαν 28 νέα κρούσματα στην Αιτωλοακαρνανία
Ειδικότερα:
Ο ΕΟΔΥ ανακοίνωσε ότι τα νέα εργαστηριακά επιβεβαιωμένα κρούσματα του κορωνοϊού που καταγράφηκαν τις τελευταίες 24 ώρες στη χώρα μας είναι 1.707, εκ των οποίων 21 εντοπίστηκαν κατόπιν ελέγχων στις πύλες εισόδου της χώρας. Ο συνολικός αριθμός των κρουσμάτων ανέρχεται σε 238.830 (ημερήσια μεταβολή +0.7%), εκ των οποίων 51.5% άνδρες.
Με βάση τα επιβεβαιωμένα κρούσματα των τελευταίων 7 ημερών, 79 θεωρούνται σχετιζόμενα με ταξίδι από το εξωτερικό και 3.075 είναι σχετιζόμενα με ήδη γνωστό κρούσμα.
Οι νέοι θάνατοι ασθενών με COVID-19 είναι 69, ενώ από την έναρξη της επιδημίας έχουν καταγραφεί συνολικά 7.531 θάνατοι. Το 95.8% είχε υποκείμενο νόσημα ή/και ηλικία 70 ετών και άνω.
Ο αριθμός των ασθενών που νοσηλεύονται διασωληνωμένοι είναι 681 (66.4% άνδρες). Η διάμεση ηλικία τους είναι 68 έτη. To 80.9% έχει υποκείμενο νόσημα ή/και ηλικία 70 ετών και άνω. Από την αρχή της πανδημίας έχουν εξέλθει από τις ΜΕΘ 1.592 ασθενείς. Οι εισαγωγές νέων ασθενών Covid-19 στα νοσοκομεία της επικράτειας είναι 394 (ημερήσια μεταβολή -23.05%). Ο μέσος όρος εισαγωγών του επταημέρου είναι 472 ασθενείς.
Η διάμεση ηλικία των κρουσμάτων είναι 44 έτη (εύρος 0.2 έως 105 έτη), ενώ η διάμεση ηλικία των θανόντων είναι 79 έτη (εύρος 0 έως 103 έτη).

Η γεωγραφική κατανομή:


 

 

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 50 ΚΑΙ ΤΟΥ 60 ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΥΝΑ. (Β΄Μέρος)

 

...Η παρουσία των ζώων ήταν μεγάλη. Κάθε σπίτι είχε τουλάχιστο το γαϊδούρι του, σίγουρα τις κότες και τα κοκκόρια του και, πολύ συχνά, το γουρούνι που έθρεφαν για τα Χριστούγεννα. Ζώα κυκλοφορούσαν και στους δρόμους, κουβαλώντας τον αναβάτη τους, ξύλα ή άλλα πράγματα, ή και όλα μαζί, ανάλογα με τη δουλειά. 
Οι φωνές των αναβατών προς τα ζώα αποτελούσαν βασικό στοιχείο της ακουστικής καθημερινότητας. 
Οι μυρωδιές, οι κουρίτες που έπιναν νερό, οι τροφές  τους, επίσης. Ζούσαμε μαζί με αυτά. Τα ζώα είχαν ονόματα - κι ας απομνημονεύσω εδώ το όνομα του δικού μας γαϊδουριού, του Κατσ’κανά, βοηθού και συντρόφου πολύτιμου της γιαγιάς μου, της θεια-Στέλιαινας της Τσακτάνως, αφού αυτόν χρησιμοποιούσε για τις δουλειές στα καπνά, αλλά και μ’ αυτόν έφερνε ξύλα απ’ το λόγγο.
Γυρνώντας στη ζωή μας ως παιδιών, πάντα το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο νου είναι η εικόνα που συχνά βλέπαμε πηγαίνοντας στο σχολείο το χειμώνα, τα παιδιά της γειτονιάς μου, όταν είχε πρωϊνή ομίχλη: μόλις περνάγαμε τα Παπακωσταντέϊκα, και βγαίναμε στη ραχούλα, από κάτω απλωνόταν ένα λευκό όραμα. Μιά απέραντη, μπαμπακένια θάλασσα από λευκό, κάλυπτε τα πάντα, αφήνοντας μόνο να ξεμυτίζουν οι κορυφές των βουνών και των λόφων στα δυτικά. 
Το πρωϊνό αγιάζι, το κρύο, κάτασπρο σεντόνι που κάλυπτε τον κόσμο, όλα μαζί καθήλωναν την παιδική ψυχή, κάνοντας μας να χαζεύομε μπροστά στο θέαμα επί ώρα.
Βέβαια, ήταν και η βροχή. Όπως σε όλη τη δυτική Ελλάδα, στην περιοχή μας έβρεχε πολύ συχνά. Ήταν απόλαυση να ακούς το μπουμπουνηταριό, τυλιγμένος μέσα στα μάλλινα απλάδια. Πολύ μου άρεσε να βλέπω με τις ώρες από το παράθυρο τις βαρκούλες που σχημάτιζαν οι στάλες της βροχής, καθώς έπεφταν στη θολή λίμνη, στην οποία μετασχηματιζόταν η αυλή μας. 
Από τη στέγη, φτιαγμένη με κεραμίδια και γύρω με λίθινες πλάκες, συχνά έπεφτε κάποια σταγόνα. Ακουγόταν ο ρυθμικός της ήχος, καθώς έπεφτε μέσα στη λεκάνη που βάζαμε για να «πιάσει τη σταλαματιά». Έπρεπε τότε ναρθεί κάποιος μάστορας, για να «συρει τη σκεπη». 

Τις κρύες νύχτες, στο τζάκι έσκαγαν τα κούτσουρα και, που και που, ακουγόταν το σφύριγμα από κάποιο κρυφό σκουλήκι, μέσα στα ξύλα. Τότε έλεγε η γιαγιά τα παραμύθια, με σοβαρό, μυστικό τόνο, παραμύθια που συχνά μας γέμιζαν φόβο, γύρω στα Χριστούγεννα για τα παράωρα - «παράωρα, παράωρα, παραωρίτες είμαστε!» - ή για τη Μάρω που χάθηκε μέσα στη νύχτα, ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα της αρκούδας. 
Φτώχεια επικρατούσε παντού, τουλάχιστο για τους περισσότερους. Συχνά τα ρούχα ήταν αποφόρια. Στα παπούτσια, μόλις τα παίρναμε, βάζαμε από κάτω μικρά πέταλα, για να μη φθαρούν γρήγορα. Όταν σχίζονταν δεν τα πετούσαμε. Έπαιρναν το δρόμο για τον τσαγκάρη, που μπάλωνε πάνω στην τρύπα ένα κομματάκι δέρμα, το λεγόμενο «ψείδι»
Ηλεκτρισμό λίγα σπίτια είχαν. Τον έπαιρναν από τη λεγόμενη «ηλεκτρική», το εργοστάσιο παραγωγής ρεύματος που ήταν ψηλά στην ανηφόρα, μετά από τη στροφή του δρόμου, που οδηγούσε στην αγορά. Στο σπίτι μας βάλαμε ηλεκτρικό πολύ αργά, νομίζω αφού ήρθε η ΔΕΗ. Μέχρι τότε είχαμε τη λάμπα του πετρελαίου. Μ’ αυτή διάβαζα στο κρεβάτι τα βράδια. Χρησιμοποιούσαμε επίσης πολύ τα λυχνάρια, ιδίως όταν θέλαμε να βγούμε έξω από το σπίτι, σε βοηθητικούς χώρους στην αυλή κ.λπ.  
Το σχολείο, μόνο δημοτικό τότε, ήταν σίγουρα το κέντρο της ζωής των παιδιών, τους περισσότερους μήνες το χρόνο, σίγουρα το χειμώνα. Θυμάμαι πως απ’ τα παράθυρά του έβλεπα, την ώρα του μαθήματος, τον πανέμορφο, χιονισμένο Μπούμστο, την άσπρη του κορφή. Αν και το χωριό διέθετε πολλά παιδιά, δεν είχαμε πολλούς δασκάλους. 
Ο Παπαδημητρίου, από την Κωνωπίνα, ήταν ο διευθυντής, ενώ κοντά του ήταν ο Βαλάρης, ένας ηπειρώτης που άφησε εποχή με την αυστηρότητά του, ο Ράπος, επίσης από την Κωνωπίνα, και κάποιες ξένες, όπως η Κασσιανή που έμεινε λίγο κι έφυγε, η Κοψιδά, και η δασκάλα της δικής μου γενιάς, η Κατερίνα η Βουτσινά από την Πάτρα.
Ό Κώστας Παπαδημητρίου, λεπτός και ψηλός, ήταν ντυμένος πάντα μ’ ένα καφέ παλτό, κουμπωμένο μέχρι επάνω. Στην περίπτωση του Βαλάρη η φτώχεια ήταν εμφανής, αφού φορούσε πάντα το ίδιο κουστούμι, ένα μπλέ με ρίγες, με πλατιά παντελόνια, όπως ήταν η μόδα της εποχής. Χρόνια φορούσε απαράλλαχτα αυτό το κουστούμι.
Ο Παπαδημητρίου ήταν το τέλειο δείγμα του όχι και τόσο σπάνιου εκείνη την εποχή, δασκάλου που είχε έντονη τη συνείδηση του καθήκοντος, που ζούσε αφοσιωμένος στη δουλειά του με αυτοθυσία, που αγαπούσε πραγματικά τα παιδιά. Ήταν ένας άνθρωπος ασκητικός, ολιγαρκής, εργατικός, αλλά και πολύ τρυφερός. Πάντα θάλεγε κάποιο αστείο στη διάρκεια του μαθήματος, θα πήγαινε κάνοντας κουτσό προς τον πίνακα, κ.λπ.
Ποτέ, αντίθετα από τον Βαλάρη, που ήταν διάσημος για τις βέργες και τους χάρακες που χρησιμοποιούσε (δυστυχώς, μάλιστα, έναν του τον είχε φτιάξει ο πατέρας μου) δεν χρησιμοποιούσε τέτοια μέσα για το, κατά τα άλλα αναπόφευκτο εκείνη την εποχή, ξύλο. 
Προτιμούσε τιμωρίες όπως το τράβηγμα του αυτιού. Φαίνεται ότι όσα έκανε δεν τα υποκινούσε μόνο η φυσική του αγάπη για το αντικείμενο της δουλειάς του, αλλά και κάποιο θεωρητικό υπόβαθρο. Το λέω αυτό, επειδή - μετά από τόσα χρόνια, τώρα το θυμήθηκα - κάποτε μου είχε δώσει ένα βιβλίο που είχε μέσα το πορτραίτο του Ελβετού παιδαγωγού Πεσταλότσι, να το ζωγραφίσω σε ένα μεγαλύτερο χαρτί. Θυμάμαι το ένα μάτι που, όσο κι αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να το κάνω να φαίνεται σωστό, κι απ’ τις πολλές διορθώσεις φαινόταν πιο μαύρο και εντονότερο από το άλλο. Παρ’ όλα αυτά ο Παπαδημητρίου το καδράρισε και το κρέμασε κάπου σε έναν τοίχο. 
Η χαρά του ήταν να στολίζει και να εξοπλίζει το σχολείο. Επί εποχής του, μόλις περνούσες την πόρτα, στο μακρύ διάδρομο που οδηγούσε στο γραφείο του, στο βάθος, ήταν τοποθετημένα στη σειρά πολλά βαλσαμωμένα ζώα, ενώ πάνω στα έπιπλα υπήρχαν βαλσαμωμένα πουλιά
Ο λύκος ήταν μπροστά-μπροστά, πάνω σε μια μακρουλή, σανιδένια βάση. Τον θυμάμαι ακόμα, με το κεφάλι τεντωμένο προς τα μπρος, έτοιμος να ορμήσει. Δεν έλειπε η αλεπού, ο ασβός, κι απ’ τα πουλιά, το λελέκι, η κουκουβάγια, ο μπούφος. Ήξερε την τέχνη και τα βαλσάμωνε ό ίδιος. Θυμάμαι τις μπίλιες που έβαζε στη θέση των ματιών, κάνοντας τα νεκρά ζώα να μοιάζουν ζωντανά.
Στους τοίχους του ίδιου διαδρόμου, αλλά και παντού στο σχολείο υπήρχαν ταινίες με μεγάλα, ωραία γράμματα, χρώματος λουλακί, που τα έγραφε ο ίδιος: «Φείδου χρόνου», είναι το μόνο από τα πολλά συνθήματα αυτών των ταινιών, που μου έχει μείνει, ίσως από την εντύπωση που είχα για πολλά
χρόνια, ότι το ρήμα είχε κάποια σχέση με τα γνωστά ερπετά. Ανάμεσα από τις ταινίες σε κάποια σημεία, υπήρχαν αφίσσες που έστελνε κάποια υπηρεσία, ίσως ο στρατός, που είχαν σκοπό να προστατεύσουν τα παιδιά από τις άσκαστες χειροβομβίδες, που υπήρχαν ακόμη, υπόλοιπα της κατοχής και του πρόσφατου εμφύλιου σε όλη την Ελλάδα. Τέτοια όπλα, καθώς και άλλα, όπως πιστόλια, ακόμα και αυτόματα, μπορούσε τότε κανείς να βρει σκουριασμένα σε απρόσμενα σημεία στο χωριό, όπως μισοθαμμένα στο χώμα, όπου είχαν πέσει ή εγκαταλειφθεί από τον κάτοχό τους, ποιος ξέρει κάτω από ποιές συνθήκες. Είχα βρει κι ο ίδιος αρκετά τέτοια. 
Οι αφίσσες αυτές έδειχναν, σε διαδοχικές σκηνές, παιδιά να περιεργάζονται και να πειράζουν με ξύλα μια χειροβομβίδα. Μετά, η χειροβομβίδα έσκαγε κι έβλεπες, πολύ νατουραλιστικά είναι η αλήθεια, κομμένα χέρια και πόδια να τινάζονται στον αέρα. Ακόμη θυμάμαι την έκφραση του βλέμματος αυτών των παιδιών. Ένα τέτοιο συμβάν επρόκειτο να το ζήσομε στ’ αλήθεια αργότερα, όταν τα παιδιά Γιώργος ΖέλοςΒασίλης Σαμαράς και τα αδέλφια Θανάσης και Βασίλης Καρύδας σκοτώθηκαν από μια τέτοια χειροβομβίδα.
Μέσα, οι τάξεις ήταν γεμάτες με εποπτικό υλικό, που κρεμόταν από τους τοίχους. Εντυπωσιακοί ήταν δύο μεγάλοι, χάρτινοι πίνακες, που έδειχνε ο ένας τον ανθρώπινο σκελετό και ο άλλος το μυϊκό σύστημα. Τα γνωστά πορτραίτα των ηρώων του 21 υπήρχαν επίσης παντού. 
Ένα πολύ ωραίο στοιχείο των αιθουσών ήταν η αμμοδόχος. Ένα πλατύ, τετράγωνο, χαμηλό, ξύλινο κουτί, που στεκόταν στο κέντρο της αίθουσας, μπροστά από τα θρανία, γεμάτο με άμμο, με την οποία σχημάτιζε ο δάσκαλος ή η δασκάλα βουνά, ποτάμια, λίμνες, θάλασσες –όλα τα στοιχεία του φυσικού τοπίου. Αφού τα σχημάτιζε, μετά έριχνε επάνω χρώματα σε σκόνη, καφέ στα βουνά, πράσινο παντού, λουλακί όπου υπήρχε νερό. Μικρές, χάρτινες ταμπελίτσες, πάνω σε ξυλάκια που μπήγονταν δίπλα σε καθένα από αυτά, δήλωναν τι είναι.
Πρωτογράψαμε, όπως όλα τα παιδιά της γενιάς μας, με κοντύλι πάνω σε πλάκες από γραφίτη, που ήταν ντυμένες γύρω με ξύλινο πλαίσιο. Δε θυμάμαι σε ποια τάξη έπρεπε να πάμε, για να επιτραπεί να γράφομε πια με πένα και μελάνι, με κοντυλοφόρο. Δεν υπήρχαν, βέβαια, ακόμα στυλοί. Όταν πρωτοπιάσαμε τετράδια στα χέρια μας, έπρεπε να τα «πετσώσομε» με μπλέ χαρτί. Μπροστά κολλούσαμε την ετικέττα με το όνομά μας. Αυτά τα τετράδια, βγαλμένα από εκδοτικούς οίκους που δεν υπάρχουν πια, όπως ο Φέξης ή ο Πεχλιβανίδης, στο πίσω μέρος είχαν πάντα τυπωμένη την προπαίδεια. 
Κάθε καινούργια χρονιά, προμηθευόμασταν καινούργια τετράδια, βιβλία, καμιά φορά και σάκκα. Η μυρωδιά της καινούργιας, δερμάτινης βέβαια τότε, σάκκας, καθώς και των καινούργιων βιβλίων, ήταν απολαυστική. 
Είχαμε τα πανέμορφα  αναγνωστικά, εικονογραφημένα από εξαιρετικούς ζωγράφους, όπως το γνωστό του Γραμματόπουλου, της πρώτης δημοτικού, με τη Λόλα, την Άννα, το Μίμη, κ.λπ. Επειδή τα παιδιά αντιστοιχούσαν ακριβώς στα παιδιά της οικογένειάς μου, τη μικρή μου αδελφή, από Θοδώρα την είπαμε Λόλα – κι έτσι της έμεινε. Μ’ όλο που αργότερα τα κατηγόρησαν, νομίζω ότι αυτά τα βιβλία αντανακλούσαν καλά πολλά από τα στοιχεία της ζωής εκείνης της εποχής. Σίγουρα η αθωότητα που κυριαρχούσε σ’ αυτά δεν αντιστοιχούσε και πολύ στις διάφορες, πολιτικές κ.λπ., πτυχές της ζωής της χώρας. 
Αντιστοιχούσε όμως πολύ στα στοιχεία που αποτελούσαν τότε τη ζωή, όπως τη ζούσε ένα παιδί. 
Εκτός από την περιποίηση και το στολισμό του σχολείου, η μεγάλη χαρά του Παπαδημητρίου ήταν να οργανώνει τις εθνικές γιορτές και τις γυμναστικές επιδείξεις. 
Ιδίως η 25η Μαρτίου ήταν γεγονός για το σχολείο, αλλά και για όλο το χωριό. Έστελνε τα πιο ψημένα παιδιά, που ήξερε ότι μπορούσαν να κάνουν αυτή τη δουλειά, στο ρέμα, κάτω από τον λόφο του προφήτη Ηλία, όπου φύτρωναν άφθονες δάφνες. 
Μ’ αυτές στόλιζε γύρω-γύρω την εξώπορτα του σχολείου, κι όποιο άλλο σημείο μπορούσε. Η δυνατή μυρωδιά της δάφνης γέμιζε τον αέρα. Το πατριωτικό αίσθημα ήταν σχεδόν ψηλαφητό. Από καιρό κάθε παιδί έπαιρνε το ποίημα που θα απήγγελε στο θέατρο, που ήταν στον κάτω όροφο, ή το σκετσάκι που θα έπαιζε. Ίσως η μεγαλύτερη απόλαυση για μας ήταν το να ντυθούμε τις εθνικές στολές, για την παρέλαση. 
Όσα παιδιά δεν είχαν δικές τους, από τις οικογένειές τους, πήγαιναν και ζητούσαν όπου ήξεραν ότι έχουν. Κρυμμένα μέσα στα σεντούκια, αλλού υπήρχε πισιλί, αλλού φουστανέλλα, αλλού σκούφια, αλλού σεγκούνι. Ιδίως οι κοπέλλες, φάνταζαν στα μάτια μας πολύ όμορφες μέσα σ’ αυτές τις στολές, με αποτέλεσμα να προκαλούνται τα σχετικά καρδιοχτύπια.
Οι γυμναστικές επιδείξεις γίνονταν στο τέλος της σχολικής χρονιάς. Ο Παπαδημητρίου ἐφτιαχνε μόνος του τις γραμμές που χρειάζονταν, στην αυλή, και μετά τις τόνιζε με ασβέστη, που τον έχυνε υγρό, κατά μήκος τους, μέσα από ένα ποτιστήρι. 
Μεγάλη δημοτικότητα είχε το τρέξιμο μέσα σε σάκαινες, δηλαδή σε τσουβάλια, που, βέβαια, δεν ήταν παρά εμποδισμένα χοροπηδήματα. Τα περισσότερα παιδιά μπερδεύονταν κι έπεφταν, κάποια όμως τα κατάφερναν κι έφταναν στο τέρμα. Στο τέρμα δύσκολο να φτάσεις ήταν και στο τρέξιμο με ένα κουτάλι στο στόμα, που περιείχε ένα αυγό. Δε θυμάμαι, αν ήταν ωμό η βρασμένο, έπρεπε πάντως να τρέξεις και να φτάσεις χωρίς να σου πέσει. 
Τέτοιες ασκήσεις αποσπούσαν πολύ γέλιο από τους χωριανούς. Αυτές οι επιδείξεις, όπως και οι γιορτές, ήταν βέβαια από τις λίγες ευκαιρίες που είχαν τότε να διασκεδάσουν. 
Ήμασταν συμμαθητές με τον Γιώργο Προξενιά, τον Κώστα τον Κασούρα, τον Θωμά τον Βάσση, τον Κώστα τον Σαμαντά, τον Κώστα Τζούρο. Είχαμε δασκάλα την Κατερίνα τη Βουτσινά, μια καλή κι ευαίσθητη κοπέλλα, που τελικά δεν κατάφερε κι αυτή να φτιάξει δική της οικογένεια. Έμενε στα Τσιτσωνέϊκα
Η πόρτα της συμπεριλαμβανόταν σ’ εκείνες πού πήγαινα κι έλεγα το Λάζαρο. Ο Λάζαρος ήταν ένα κοντάρι με κλαδιά στο πάνω μέρος, που τα δέναμε στην κορυφή. Από πίσω τα καλύπταμε με ένα μαντήλι, ενώ στην μπροστινή πλευρά, ανάμεσα στα κλαδιά, βάζαμε καθρεφτάκια, κουδουνάκια, κι άλλα στολίδια. Έμοιαζε κάπως με ανθρώπινο πρόσωπο, που φορούσε μαντήλι. Μπροστά στην πόρτα της νοικοκυράς που άνοιγε για να της «πούμε το Λάζαρο», στερεώναμε το κοντάρι αυτό στο χώμα και σείαμε την κορυφή, έτσι που τα στολίδια έβγαζαν ένα χαρούμενο ήχο. Ο Κατερίνα γελούσε πολύ με τον τρόπο που έλεγα εγώ τον Λάζαρο, με ψευδή φωνή: «Λάδαροθ και Λαδαρίνα, κλαίει η Μάρθα κι η Μαρίνα!»
 Απ’ τις κοπέλες, θυμάμαι τη Ναυσικά του Σκουληκαρίτη, τη Μαρία του Βλάχα, την Καίτη την Μπακογιώργου
Σίγουρα δεν μπορώ να ξεχάσω και τον πρώτο μου έρωτα, μια κοπέλλα «ξένη», όπως το λέγαμε, που είχε έρθει δηλαδή από κάποιο άλλο μέρος, και είχε καθίσει μόνο ένα χρόνο στο χωριό μας. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. 
Αργότερα, όταν είδα την ταινία του Αβδελιώδη «το δέντρο που πληγώναμε», το κεραυνοβόλημα που παθαίνει ο μικρός εκεί βλέποντας το κορίτσι που ήρθε απ’ την Αθήνα, μου θύμισε πολύ αυτή την κατάσταση. Η σκηνή που έχει μείνει χαραγμένη στο μυαλό μου, έγινε στο μάθημα του Βαλάρη. 
Από την αριστερή πτέρυγα των θρανίων όπου αυτή καθόταν, μπορούσα να τη δω εγώ, που καθόμουν στα πίσω θρανία. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο με τα βλέμματα κλειδωμένα, σε ένα ατέλειωτο, άχρονο διάστημα, εκστασιασμένοι, φευγάτοι, μαγνητισμένοι, συνεπαρμένοι ο ένας απ’ το πρόσωπο του άλλου, ανίκανοι να βγούμε από τον μαγικό κύκλο, με σοβαρότητα. Κάποια στιγμή εκείνη κάτι έγραψε σε ένα χαρτάκι και κάπου το έδωσε, δίπλα της, ίσως με σκοπό να το περάσει μέχρι εμένα. 

Τι έγραφε; 
Δεν θα το μάθω ποτέ. 
Το είδε ο Βαλάρης και το πήρε, και αφού το διάβασε είπε: «Τι πράγματα είναι αυτά!» 



Του  Στέλιου Λ. Παπαλεξανδρόπουλου Καθηγητής Πανεπιστημίου

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΟΥΤΙΒΗΣ 

 

200 χρόνια από την Επανάσταση 1821-2021 : Η ιστορική μονή του Αγίου Γεωργίου Μπαμπίνης στη επανάσταση του 1821

Η ιστορική μονή του Αγίου Γεωργίου Μπαμπίνης Καθ' όλη τη διάρκεια της Επανάστασης ήταν ελληνικό στρατόπεδο και η οικονομική προσφορά της στον Αγώνα ήταν μεγάλη.
Ο αρχιστράτηγος της Επανάστασης Καραϊσκάκης πέρασε πολλές φορές από το χωριό και την Πόρτα αφού είχε πολλούς Μπαμπινιώτες αγωνιστές κοντά του.
Ο Γιώργος Ν. Βαρνακιώτης στις 19 Μαρτίου του 1829 ελευθερώνει την Μαχαλά και σώζει τους κατοίκους της που ήταν κλεισμένοι και πολιορκούμενοι από τους Τούρκους στο Κάστρο του Λιγοβιτσίου.
Ύστερα πήγε στην Μονή Πόρτας και διώχνει τους Τούρκους που πολιορκούσαν τους εκεί κλεισμένους Μπαμπινιώτες.
Ο Σουλιώτης Νότης Μπότσαρης, τον Οκτώβριο του 1824, ήρθε στηΜπαμπίνη και έστησε το στρατόπεδό του στην Μονή Πόρτας .
Λίγα λόγια για την ιστορική Μονή Αγίου Γεωργίου πόρτας Μπαμπίνη 
Η ιστορική μονή του Αγίου Γεωργίου Μπαμπίνης, γνωστή και ως μονή Πόρτας Μπαμπίνης είναι χτισμένη στη νοτιοδυτική πλευρά της αρχαίας πόλης των Φοιτιών.
Η μονή και το υπέροχο μεταβυζαντινό καθολικό της έχουν αξιόλογη ιστορία που κατά πάσα πιθανότητα αρχίζει στην ύστερη βυζαντινή εποχή. Σύμφωνα με την παράδοση, κοντά στα υψώματα που βρίσκεται η μονή του Αγίου Γεωργίου έγινε μια μάχη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων.
Κατά τη διάρκεια της μάχης ήρθε και πολέμησε στο πλευρό των χριστιανών καβαλάρης σε λευκό άλογο ο Άγιος Γεώργιος και έτσι οι Έλληνες νίκησαν.
Σε ανάμνηση αυτής της νίκης χτίστηκε τότε η εκκλησία αφιερωμένη στο Άγιο Γεώργιο και σε μερικά χρόνια έγινε γυναικεία Μονή.
Μερικά χρόνια αργότερα ο γιος ενός Τούρκου, που είχε σκοτωθεί στην προηγούμενη μάχη ονόματι Βεκίρ, ήρθε και κατέστρεψε τη μονή, πήρε σκλάβες τις μοναχές και έσφαξε πολλούς χριστιανούς.
Όταν έφευγε προς τον Αετό αφήνιασε το άλογο του και ρίχνοντάς τον κάτω τον σκότωσε. Η μονή ξαναχτίστηκε σε λίγα χρόνια από χρήματα που συγκέντρωσαν οι χριστιανοί και μάλιστα μεγαλύτερη (1691).
Τότε μάλιστα οι χριστιανοί ζήτησαν και πήραν και τη συνδρομή του Πατριαρχείου μέσω του Μητροπολίτου Ναυπακτίας και Άρτης.
Πάνω από την κόγχη του ιερού υπάρχει μια κεφαλαιογράμματη επιγραφή με τη χρονολογία ανοικοδόμησης και εικονογράφησης (22 Μαΐου 1726) και το όνομα του Μητροπολίτη Ιωαννικίου.
Η επιγραφή είναι η ακόλουθη: ΤΟ CΤΕΡΕΩΜΑ ΤΩΝ ΕΠΗ CΙ ΠΕΠΗΘΟΤΟΝ CΤΕΡΕΟ/CΩΝ ΚΥΡΙΕ ΤΗΝ ΕΚΚΗΣΙΑΝ ΗΝ ΕΚΤΗCΟ ΤΟ ΤΙ/ΜΗΟ CΟΥ ΕΜΑΤΗ ΕΠΙ ΕΤΗ ΑΨΚς΄ ΜΑΪΟΥ ΚΒ / ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΝΗΕΡΩΤΑ ΤΟΥ ΜΙΤΡΟΠΟΛΕΙΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΙΩΑΝΗΚΙΟΥ.
Το καθολικό της μονής, από απόψεως αρχιτεκτονικής, είναι ένα από τα καλύτερα αρχιτεκτονικά δείγματα του Ξηρομέρου.
Υψώνεται προς την ανατολική πλευρά της αυλής και τα ερείπια των κελιών της σώζονται στην ανατολική και δυτική πλευρά. Το καθολικό αποτελεί συνδυασμό τρίκλιτης τρουλαίας βασιλικής με εγγεγραμμένο σταυροειδή. Βόρεια και νότια διαγράφονται επτάπλευροι χοροί αγιορείτικου τύπου οι οποίοι και χαρίζουν μια κομψότητα στον ναό.
Ο ναός είναι χτισμένος με πελεκητές πέτρες τοποθετημένες σε οριζόντιες στρώσεις και το πλάτος του τοίχου είναι ένα μέτρο και είκοσι εκατοστά. Ανάμεσα στου αρμούς είναι τοποθετημένα κεραμίδια για διακόσμηση.
Σε διάφορα σημεία των τοίχων υπάρχουν λίθινα σκαλισμένα κοσμήματα, κυρίων σταυροί. Το χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των δίλοβων παραθύρων με το λίθινα τοξωτά πλαίσια.
Τα παράθυρα είναι από τέσσερα στην κάθε πλευρά και τρία στην πρόσοψη. Ο τρούλος του είναι δωδεκάπλευρος με αβαθείς τοξωτές κόγχες και έχει δύο παράθυρα βόρεια και δύο νότια και η οροφή στηρίζεται σε έξι στρογγυλές και δύο τετράγωνες κολώνες.
Οι είσοδοι του ναού είναι τρείς, βόρεια, νότια και δυτικά. Έξω από τον ναό, βορειοανατολικά, υπάρχους, στοές και τα ερείπια των αποθηκών του. Οι πληροφορίες που έχουμε για τους μονάχους της μονής είναι ελάχιστες. Εκτός από τα ονόματα του καταλόγου, γνωρίζουμε τον ηγούμενο και πνευματικό Ματθαίο, που έγραψε το συναξάρι του Αγίου Βαρβάρου.
Στο συναξάρι αναφέρεται το έτος 1688 και από αυτό συνάγεται πως το συναξάρι γράφτηκε μετά το έτος αυτό. Ο άλλος γνωστός μοναχός «του μεγαλομάρτυρος Γεωργίου της Πόρτας εις το Ξηρόμερο» ήταν ο Καλλίνικος ο ιερομόναχος, που κατάγονταν από τη Μακεδονία και έζησε το 17ο αιώνα.
Σύμφωνα με τον περιηγητή Πουκεβίλ η μονή είχε στις αρχές του 19ου αι. 12 μοναχούς. Ο Σωφρόνιος Παπακυριακού αναφέρει πως αυτή άκμασε τον 17ο αιώνα και ότι «κείτε δε εν τοις ερειπίοις της αρχαίας πόλης Φοιτίαν παρά την πύλην αυτής. Εντεύθεν και απωνυμείται Μονή Πόρτας. Είναι αρχαιοτάτη αλλά ερειπωθείσα ανηγέρθη των 1726 ως φανεροί η δια χρωστήρος εν τη εσωτερική όψη της κόγχης του Βήματος επιγραφή».
Η μονή είχε μεγάλη περιουσία είχε στην Μπαμπίνη και στην Ποδολοβίτσα, τη σημερινή Πεντάλοφο, τα οποία ήταν 700 στρέμματα. Το 1835 αναφέρεται σε έγγραφο πως ο ηγούμενος της Γεράσιμος έδωσε 800 γρόσια για να επισκευάσει τον νερόμυλο της Μονής στην Ποδολοβίτσα.
Η Μονή πρέπει να είχε περιουσιακά στοιχεία και στην Κανδήλα. Τα οποία καλλιεργούσαν έναντι ενοικίου εφτά οικογένειες από το χωριό αυτό. Καθ' όλη τη διάρκεια της Επανάστασης ήταν ελληνικό στρατόπεδο και η οικονομική προσφορά της στον Αγώνα ήταν μεγάλη. Μετά την Απελευθέρωση πρόσφερε ένα σημαντικό ποσόν για τη λειτουργία σχολείου στην επαρχία, όπως και οι άλλες μονές της περιοχής (Λιγοβιτσίου, Αγίας Δευτέρας, Ρόμβης κ.ά.). Το καθολικό της μονής σώζεται σήμερα σε καλή σχετικά κατάσταση, όπως και ο περίβολός της, χάρη στις προσπάθειες των Μπαμπινιωτών.
Η πρόσβαση στη Μονή και τον αρχαιολογικό χώρο των Φοιτιών δεν είναι εύκολη, γιατί το μεγαλύτερο μέρος του δρόμου είναι χωματόδρομος. Η Μονή πανηγυρίζει ανήμερα της γιορτής του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου (23 Απριλίου), όπου τελείτε πανηγυρική δοξολογία παρουσία πλήθους πιστών.
Πηγή: Γ. Σ. Μπαρμπαρούσης


ΚΟΡΩΝΟΙΌΣ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑ: Ανεβαίνουν τα κρούσματα στο Δήμο Ακτίου-Βόνιτσας. 4 Βόνιτσα, 1 Πλαγιά, 3 Αγρίνιο, 3 Μεσολόγγι, 3 Αιτωλικό, 4 Ναύπακτο.

Ο ΕΟΔΥ ανακοίνωσε 1.514 νέα κρούσματα κορωνοϊού σήμερα, Κυριακή 21 Μαρτίου.
Στην Αιτωλοακαρνανία κατανεμήθηκαν 18 και μάλιστα, σύμφωνα με τις νεότερες πληροφορίες, τα περισσότερα (πέντε) εντοπίζονται στην περιοχή του δήμου Ακτίου-Βόνιτσας.
Ειδικότερα, από τρία εντοπίζονται σε Αγρίνιο, Μεσολόγγι και Αιτωλικό, από τέσσερα σε Ναύπακτο και Βόνιτσα και ένα στην Πλαγιά.

H ανακοίνωση του ΕΟΔΥ
Τα νέα εργαστηριακά επιβεβαιωμένα κρούσματα της νόσου που καταγράφηκαν τις τελευταίες 24 ώρες είναι 1.514, εκ των οποίων 9 εντοπίστηκαν κατόπιν ελέγχων στις πύλες εισόδου της χώρας. Ο συνολικός αριθμός των κρουσμάτων ανέρχεται σε 237.125 (ημερήσια μεταβολή +0.6%), εκ των οποίων 51.5% άνδρες. Με βάση τα επιβεβαιωμένα κρούσματα των τελευταίων 7 ημερών, 68 θεωρούνται σχετιζόμενα με ταξίδι από το εξωτερικό και 2.757 είναι σχετιζόμενα με ήδη γνωστό κρούσμα.
Οι νέοι θάνατοι ασθενών με COVID-19 είναι 41, ενώ από την έναρξη της επιδημίας έχουν καταγραφεί συνολικά 7.462 θάνατοι. Το 95.9% είχε υποκείμενο νόσημα ή/και ηλικία 70 ετών και άνω.
Ο αριθμός των ασθενών που νοσηλεύονται διασωληνωμένοι είναι 674 (65.9% άνδρες). Η διάμεση ηλικία τους είναι 68 έτη. To 81.0% έχει υποκείμενο νόσημα ή/και ηλικία 70 ετών και άνω. Από την αρχή της πανδημίας έχουν εξέλθει από τις ΜΕΘ 1.577 ασθενείς. Οι εισαγωγές νέων ασθενών Covid-19 στα νοσοκομεία της επικράτειας είναι 512 (ημερήσια μεταβολή -0.19%). Ο μέσος όρος εισαγωγών του επταημέρου είναι 481 ασθενείς. Η διάμεση ηλικία των κρουσμάτων είναι 44 έτη (εύρος 0.2 έως 105 έτη), ενώ η διάμεση ηλικία των θανόντων είναι 79 έτη (εύρος 0 έως 103 έτη).

https://www.agrinionews.gr/


Κυριακή, 21 Μαρτίου 2021

200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ 1821-2021: Ο ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ

Ο καπετάνιος της Επανάστασης του 1821 Γιαννάκης Σουλτάνης γεννήθηκε το 1790 στο Μοναστηράκι Βόνιτσας.

Ο Γιαννάκης Σουλτάνης είναι μια από τις ηρωικότερες και ωραιότερες φυσιογνωμίες της Ρούμελης. Πολέμησε σε όλες σχεδόν τις μάχες που έγιναν στην Δυτική Στερεά Ελλάδα. Στο Μεσολόγγι διέπρεψε για τις επιθετικές του πρωτοβουλίες. Τραυματίστηκε γι' αυτό πολλές φορές. Τραυματισμένος καθώς ήταν έλαβε μέρος στην Έξοδο του Μεσολογγίου. Σώθηκε και εντάχθηκε στην στρατιά του Καραΐσκάκη, όπου πάντα διακρίθηκε για την παλληκαριά του. Επεσε στην μάχη της Δόμβραινας σαν σήμερα στις 12 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1826.
Το Μνημείο του βρίσκεται στην Πλατεία του Μοναστηρακίου. 
Μοναστηράκι Αιτωλοακαρνανίας 

Ο πατέρας του πέθανε νωρίς και άφησε ορφανά τα τρία του παιδιά: το Γιαννάκη, το Γεωργάκη και τον Αναστάσιο. Το αρχικό τους επώνυμο δεν ήταν Σουλτάνης, αλλά ο Γιαννάκης και τα αδέρφια του ονομάστηκαν έτσι επειδή το όνομα της μάνα τους που ήταν Σουλτάνα (δηλ. ο Γιαννάκης της Σουλτάνας). Η μητέρα τους καταγόταν από τους Μακραίους της Κωνωπίνας και ήταν πολύ δυναμική γυναίκα, αυτό που λέμε «αντρογύναικα».
Στην Επανάσταση του 1821 ο Γιαννάκης έλαβε μέρος από την αρχή επικεφαλής πολλών ανδρών από το Μοναστηράκι και τα γύρω χωριά, μεταξύ των οποίων και πολλά μέλη από την οικογένειά του. Ήταν ατρόμητος και γενναίος μαχητής και αρχικά πολέμησε στις επιχειρήσεις στην Αιτωλοακαρνανία.
Στη μάχη της Πλατανιάς Βόνιτσας οι στρατιώτες του, βλέποντας το μεγάλο αριθμό των εχθρών, τράπηκαν σε φυγή και έμεινε ο Γιαννάκης μόνος με τον αδερφό του Γιώργο. Ο Γιαννάκης λέει στον αδερφό του να φύγει, για να σωθεί τουλάχιστον ο ένας. Όμως αυτός δεν δέχτηκε και τα δύο αδέρφια πολέμησαν σκληρά.
Ο Γιαννάκης πληγώθηκε πολλές φορές και δύσκολα κατάφεραν να σωθούν.
Ο Γιαννάκης τραυματίστηκε βαριά στο χέρι και σε μία μάχη στον Αχελώο.
Στην αρχή του Αγώνα ήταν φίλος του Μαυροκορδάτου και εχθρός του Καραϊσκάκη. Από το Μαυροκορδάτο διορίσθηκε κατήγορος στη δίκη του Καραϊσκάκη στο Αιτωλικό το 1824.  Όμως ο Γιαννάκης κατάλαβε γρήγορα την πονηριά του Μαυροκορδάτου και το δίκιο του Καραϊσκάκη και έγινε υποστηρικτής και φίλος του Καραϊσκάκη και αργότερα συναγωνιστής του.
Στη συνέχεια πήρε μέρος σε πολλές μάχες και κλείστηκε στο Μεσολόγγι, όπου πολλές φορές ανδραγάθησε. Πριν γίνει η Έξοδο του Μεσολογγίου τραυματίστηκε (17- 2 –1826) και πήρε μέρος στην Έξοδο τραυματισμένος, όπου ξαναπληγώθηκε στο πόδι. Όμως τελικά κατάφερε να σωθεί χάρη στη βοήθεια του Ν. Κασομούλη και του Σουλιώτη Αθ. Δράκου και πήγε στα Κράβαρα Ναυπακτίας όπου ήταν άρρωστος ο Καραϊσκάκης.
Όταν ανάρρωσε συνέχισε τον αγώνα στη Στερεά Ελλάδα υπό τον Καραϊσκάκη. Έβαλε μέρος στις μάχες της Αράχοβας, Διστόμου, Σαλώνων και Δόμβραινας, στην οποία και έπεσε στις 12 Νοεμβρίου 1826.
Ο ηρωικός Σουλτάνης σκοτώθηκε στα αμπέλια της Δόμβραινας πολεμώντας πάνω στο άλογο του, αφού περικυκλώθηκε από τους εχθρούς και είχε προηγουμένως πληγωθεί τέσσερις φορές. Ο Καραϊσκάκης, βλέποντας τον από μακριά να αγωνίζεται, τρέχει με τέσσερις ιππείς. Ο Σουλτάνης ήταν ακόμα πάνω στο άλογο και μαχόταν, όμως ήταν αργά, σε λίγο ο ήρωας εξέπνευσε.
Ο γενναίος αγωνιστής θάφτηκε στο μέρος που έπεσε. Το 1861 οι συναγωνιστές του πήγαν και βρήκαν το οστά του. Παίρνοντας στα χέρια τους το σπασμένο από τις σπαθιές κρανίο του το ασπάσθηκαν. Το 1976 η Εταιρεία Ιστορικών Μελετών Δυτικής Ελλάδος έστησε αναμνηστική στήλη στην ιδιαίτερη πατρίδα του.

Μαζί με το Γιαννάκη πολεμούσαν τα αδέρφια του: Ο Γεωργάκης, που ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός του και είχε και αυτός πλούσια πολεμική δράση στη Δυτική Ρούμελη, επιδεικνύοντας μεγάλη γενναιότητα και το 1825 έγινε αντιστράτηγος. Ο Αναστάσιος ή Αναγνώστης, που ανδραγάθησε στις μάχες του Μοναστηρακίου, Βόνιτσας και Αετού και πληγώθηκε στον Άγιο Αθανάσιο του Αιτωλικό. Αρρώστησε βαριά και πέθανε το 1824.
Μαζί με το Γιαννάκη ήταν και ο ανιψιός του Ιωάννης Σουλτάνης γιος του Αναγνώστη.
Περισσότερες πληροφορίες μπορούμε να βρούμε στο βιβλίο του Διονύση Μιτάκη “Γιαννάκης Σουλτάνης και άλλοι Μοναστηρακιώτες Αγωνιστές”, έκδοση του συλλόγου Μοναστηρακιωτών Αιτωλοακαρνανίας το 1994.

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΟΥΤΙΒΗΣ 

200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821-2021: Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ( Ας δούμε και αλήθειες που δεν μας τις είπαν)

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν μια από τις πιο λαμπρότερες φυσιογνωμίες της Ελληνικής Επανάστασης.
Γεννήθηκε στις 3 Απριλίου 1770 στη Πελοπόννησο και το 1818 έγινε μέλος της φιλικής εταιρίας.
Έλαβε μέρος σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις για τη λευτεριά της Πατρίδος ενάντια στους τούρκους και επιβλήθηκε με τον ηρωισμό του σαν στρατιωτική μορφή και σαν αρχηγός των αγωνιστών της Ελλάδος.
Όμως ο Κολοκοτρώνης, ο μεγάλος αρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης, ο Γέρος του Μωριά, που αφιέρωσε τη ζωή του για τη λευτεριά της πατρίδος, το 1834 καταδικάστηκε με ψεύτικες μαρτυρίες και φυλακίστηκε για «δήθεν» συνωμοσία εναντίον του βασιλιά Όθωνα.
Το έγγραφο – ντοκουμέντο που παρουσιάζεται σήμερα στην εφημερίδα μας, είναι η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία καταδικάζονται εις θάνατο, για εσχάτη προδοσία ο θρυλικός ελευθερωτής της Ελλάδος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο αγωνιστής – ανιψιός του Δημήτρης Πλαπούτας.

ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ
Αποφασίζει:
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "Η ΚΑΤΟΥΝΑ"
1. Ο Δ. Πλαπούτας και Θ. Κολοκοτρώνης καταδικάζονται εις θάνατον ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας, ήτοι των κακουργημάτων εδιαλαμβανομένων εις το άρθρον 2 του νόμου του Εγκληματικού Απανθίσματος και εις το άρθρον 2 του από 9/21 Φεβρουαρίου 1833 Βασιλικού Διατάγματος. Κατά τα αυτά τα άρθρα και εις τα δικαστικά έξοδα και των μαρτύρων Δρ. 1047 93/100, ήτοι χιλίας τεσσαράκοντα επτά και λεπτά εννενήκοντα τρία.
2. Η παρούσα απόφασις θέλει εκτελεσθή εις την εκτός του Φρουρίου Ναυπλίου πλατείαν.
3. Οι καταδικασθέντες κρίνονται άξιοι της Βασιλικής Χάριτος, την οποίαν θέλει ζητήσει επισήμως το Δικαστήριον από την αυτού Μεγαλειότητα.
4. Αναβάλλεται η εκτέλεσις της παρούσης αποφάσεως μέχρι της εκβάσεως της περί χάριτος αιτήσεως.
5. Ο Επίτροπος της Επικρατείας να εκτελέση την παρούσαν απόφασιν.
6. Αντίγραφον αυτής να κοινοποιηθή εις το Επίτροπον της Επικρατείας.
Εξεδόθη και εδημοσιεύθη εν Ναύπλιω την εικοστήν έκτην Μαΐου του χιλιοστού οκτακοσιοστού τριακοστού έτους.


Ο Πρόεδρος
………………
(υπάρχουν τρία ονόματα που δεν είναι ευδιάκριτα)
……………..
Εις την θέσιν των δύο αποσιωπητικών έπρεπε να υπογράψουν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Πολυζωϊδης και ο Δικαστής Τερτσέτης. Το πρωτότυπον εστάλη εκ του δικαστηρίου Ναυπλίου, μετ’ άλλων αποφάσεων δεδομένον, εις το Υπουργείον της Δικαιοσύνης και εκείθεν παρεδόθη εις την Εθνική Βιβλιοθήκην.
(Η ερμηνεία έγινε από τον Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ι. Ζύγουρα)
Εδώ να σημειώσουμε ότι ο Πρόεδρος του δικαστηρίου Αναστάσιος Πολυζωίδης και ο δικαστής Γεώργιος Τερτσέτης σαν μέλη του ειδικού δικαστηρίου, έχουν συνδέσει το όνομα τους με το Γέρο του Μωριά, αφού αρνήθηκαν να υπογράψουν την καταδίκη του. Οι δύο αυτοί δικαστές έχουν μείνει στην ιστορία σαν πρότυπα αρετής και δικαιοσύνης αφού παρά τις πιέσεις, τους εκφοβισμούς, την ωμή παρέμβαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, στενού συνεργάτη των Βαυαρών, στάθηκαν εμπόδιο στη διατεταγμένη δικαιοσύνη, ύψωσαν το ηθικό τους ανάστημα και δεν συνέπραξαν στο ανοσιούργημα που επιχειρήθηκε.
Κατά τη διάρκεια της πολύκροτης δίκης συνέβη και το εξής περιστατικό.
Κατέθεταν στη δίκη του Κολοκοτρώνη σειρά από μάρτυρες κατηγορίας ο ένας πίσω από τον άλλο. Σαν τελείωσε η σειρά τους κι ήρθε η ώρα των μαρτύρων υπεράσπισης, μπήκε στην αίθουσα υποβασταζόμενος ένας ανάπηρος οπλαρχηγός με το σώμα γεμάτο τούρκικα βόλια. Τότε ο συνήγορος είπε προς το δικαστήριο:
«Αυτή τη στιγμή δεν έρχεται ένας μάρτυς αλλά ένας Μάρτυρας. Οι άλλοι μίλησαν με το στόμα τους. Ο καπετάνιος θα μιλήσει με τις πληγές του. Έχετε μπροστά σας μάρτυρες και μάρτυρα. Επιλέξατε! Όπως είναι η χριστιανική πίστη. Άλλο να καταθέτουν άνθρωποι με λόγια και άλλο Μάρτυρες με μαρτυρία συνεπούς ζωής».
Ο Κολοκοτρώνης μετά τη καταδίκη και φυλάκισή του, πήρε χάρη από τον Όθωνα, τον ονόμασαν Αντιστράτηγο και πέρασε με δάφνες στο κατώφλι του μεγαλύτερου ήρωα του 1821.








Επιμέλεια του αείμνηστου Μπάμπη Τσελεπή
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Η Κατούνα")

ΑΧΥΡΑ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ........ΝΕΡΟΜΥΛΟΙ -ΜΥΛΩΝΑΔΕΣ- ΝΕΡΟΤΡΙΒΕΣ- ΜΑΝΤΑΝΙΑ

 Ετούτο τ'όμορφο χωριό 

έχει αδελφό τον ουρανό
και λες, πως δεν πατάει στη γη σταθερά,
γιατί έχει αιώνια χαρά,
θέ μου, τι θάμα ειν' τα Αχυρά"

Τα παλιά Αχυρά ήταν ένα πανέμορφο χωριό με όμορφα πλινθόκτιστα σπίτια. Τα απομεινάρια του βρίσκονται 12 χιλιόμετρα δυτικά από την Κατούνα στους πρόποδες των Ακαρνανικών βουνών σε ύψος 500μ. και ήταν χτισμένο πριν το 1521, με προστάτιδα την θαυματουργή Παναγία των Αχυρών. Τα Αχυρά το τελευταίο καιρό γίνονται όλο και πιο γνωστά μιας και κατασκευάζεται εκεί το φράγμα των Αχυρών. 
Φυσική όαση είναι τα ΑΧΥΡΑ για όλο το Ξηρόμερο, γιατί, στην τοποθεσία των Αχυρών αναβλύζει τόσο νερό που υδρεύεται όλο το κεντρικό Ξηρόμερο, από την Κατούνα έως τον Αστακό (Χρυσοβίτσα, Καραισκάκη κ.α.) από την πηγή του κεφαλόβρυσου και φτάνει έως την Αμφιλοχία. 

Ο Κεφαλόβρυσος των Αχυρών πηγάζει από τους πρόποδες των Ακαρνανικών ορέων και μάλιστα,όπως λέγεται, είναι η μεγαλύτερη από τις πηγές τους. Οι κάτοικοι των παλιών Αχυρών εκτός της ύδρευσης, εκμεταλλεύτηκαν τα πλούσια νερά του με δύο τρόπους (σύμφωνα πάντα με τις δυνατότητες της εποχής εκείνης). 
α) Για το πότισμα των καλλιεργειών τους, των κήπων τους, και των μποστανιών τους. Μάλιστα από την ίδια πηγή πότιζαν τις καλλιέργειές τους και τα διπλανά χωριά.
β) Η δεύτερη εκμετάλλευση ήταν "βιομηχανική" (λειτουργία αλευρόμυλων, νεροτριβών κ.α.) και είναι αυτή που θα ασχοληθούμε σήμερα.
Στη θέση «Κεφαλόβρυσο» υπήρχαν νερόμυλοι και νεροτριβές. Στους νερόμυλους άλεθαν σιτάρι και καλαμπόκι και έπαιρναν το σταρένιο αλεύρι (το καθάριο)
Και το καλαμποκίσιο (το ροκίσιο). Επίσης εκεί έκοβαν και το αλεύρι για τους νοστιμότατους τραχανάδες. Στις νεροτριβές έπλεναν τα ρούχα και τις προίκες τους τα κορίτσια. Εκεί υπήρχαν τα «μαντάνια», μεγάλα ξύλινα σφυριά που με τη δύναμη του νερού έδερναν τα μάλλινα ρούχα (μπατανίες-σαίσματα- απλάδια) για να αποκτήσουν τρίχωμα και να είναι πιο μαλακά και ζεστά. 
Η επεξεργασία των υφαντών στη νεροτριβή μπορούσε να γίνει 
μόνο από τους τέσσερις κοντινότερους προς την πηγή μύλους, και αυτό, γιατί το νερό της πηγής το χειμώνα ήταν σχετικώς ζεστό, στοιχείο που συνέβαλλε στην καλύτερη επεξεργασία τους. Κάθε συγκρότημα μύλου αποτελούνταν από τον αλευρόμυλο, τη νεροτριβή και το μαντάνι. 
Όλοι γνωρίζουμε και κατανοούμε τον αλευρόμυλο και τη νεροτριβή, το μαντάνι, όμως ενδεχομένως και όχι. Χρησιμοποιούμε, λοιπόν το μαντάνι για την επεξεργασία των ολόμαλλων υφαντών, υφασμάτων που χρησιμοποιούσαν για να ράβουνε παντελόνια, σακάκια και κουστούμια, σχεδόν όλοι οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής την 
Ο Μυλωνάς
Γεώργιος Μπακογεώργος
την περίοδο 43-45
εποχή εκείνη (τα λεγόμενα τσακτσίρια ή δήμητα).
Ο πρώτος μύλος,  πλησιέστερα προς την πηγή ήταν ιδιοκτησία της οικογένειας Πετίνη.                                                
Ο δεύτερος μύλος ήταν ιδιοκτησία του Θωμά Παλιογιάννη και στη συνέχεια του Γεωργίου Μπακογιώργου(Μητσάνη).
Ο τρίτος μύλος ήταν του Επαμεινώνδα και της Αργυρούς Κατσιπάνου.
Ο τέταρτος μύλος του Δημητρίου Μαριώλη(μπάρπμα-Μητράκη)
Ο πέμπτος του Μπαλαγιώργα.
Ο έκτος του Λ. Ζαρκαδούλα.
Ο  έβδομος της οικογένειας Κατσιγιάννη στη Νίσσα.
Ο Μπακογεώργος Παρασκευάς από τους παραπάνω μύλους πρόλαβε σε πλήρη ενέργεια και λειτουργία το μύλο του Γεωργίου Μπακογεώργου, το μύλο του Επαμεινώνδα Κατσιπάνου. Επιπλέον είχε χρηματίσει και ο ίδιος μυλωνάς στο μύλο του πατέρα του Γεωργίου Μπακογεώργου και μάλιστα στην πιο τρυφερή περίοδο της ζωής του.





Ερείπια μύλου σήμερα
Άλλοι θυμούνται και τους νεριάδηδες Γιάννη και Πάνο Τζέλια, οι  οποίοι πάντως θεωρούνται όλοι τους από τους πιο μερακλήδες που περάσανε. Όλες εκείνες οι μνήμες, οι παραστάσεις, οι διάλογοι μεταξύ πελατών-πελατισσών και μικρού μυλωνά, οι εικόνες εντός και εκτός του μύλου- νεροτριβής- μαντανιού, οι φορτοεκφορτώσεις των αλεσμάτων, το άπλωμα ποικίλων και πολύχρωμων χοντρορούχων και τόσα άλλα, είναι βαθιά χαραγμένα στη ζωή του με μελάνι ανεξίτηλο.
Χαλάσματα από το Μύλο του Γιώργου Μπακογεώργου
Για να μπορέσει κανείς να αποδώσει έστω και σε μικρογραφία την πλήρη λειτουργία μύλου- νεροτριβής- μαντανιού, μια νύχτα του χειμώνα, την αναμμένη φωτιά με τα πολλά κούτσουρα, το θόρυβο από τα νερά που πέφτανε, άλλα από τα κανάλια με πίεση, άλλα ήρεμα, κελαριστά, μελωδικά, τον απόλυτο ρυθμικό χτύπο του μαντανιού, τους πολυάριθμους γιούκους με τα απλωμένα ρούχα και τόσα άλλα, θα χρειάζοταν σίγουρα αρκετό μελάνι αλλά και ταλέντο περίσσιο, όπως  λέει ο ίδιος ( ΠΑΡ. Μπακογεώργος).



Είναι λοιπόν νομίζουμε φρονιμότερο να περιοριστούμε στη δήλωση της αδυναμίας μας  να αποδώσουμε σε αυτό το μικρό άρθρο έναν κόσμο ολόκληρο, έναν κόσμο γεμάτο εικόνες, γεμάτο ήχους και μουσικές, έναν κόσμο γεμάτο από τις μνήμες μιας ζωής που πέρασε.
Εάν επισκεφτεί κανείς τώρα τον Κεφαλόβρυσο θα διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει τίποτε που να θυμίζει τα παλιά εκείνα χρόνια. Επιμένει όμως να υπάρχει στις μνήμες εκείνων που τον γνώρισαν, τον έζησαν και τον απόλαυσαν. 

Συνεχίζεται… 
Γράφει ο Βαγγέλης Κουτιβής




Πολλά στοιχεία είναι από το βιβλίο του ΑΧΥΡΑ Ξηρομέρου - Αιτωλοακαρνανίας.



Ζήστε μοναδικές στιγμές σε ένα τόπο γεμάτο εκπλήξεις

Κορωνοϊός: 28 νέα κρούσματα στην Αιτωλοακαρνανία την Δευτέρα 22/3

Ο ΕΟΔΥ ανακοίνωσε σήμερα Δευτέρα (22/3) 1.707 νέα κρούσματα κορωνοϊού. Στους 681 οι διασωληνωμένοι, ενώ οι νέοι θάνατοι φτάνουν τους 69. Κατ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ